¡GoConqr estrena diseño! Cuéntanos qué te parece.

Fichas

Οικογένειες λέξεων: Δι - (από αρχαίο επίρρημα δις = δυο φορές)

Ιουλίτα Αγγελοπούλου Greek language 2 Inglés 23 fichas

Fichas del conjunto (23)

  1. 1δίψηφοαυτό που έχει δύο ψηφία
  2. 2δισύλλαβηαυτή που έχει δύο συλλαβές
  3. 3δισεκατομμύριο1α. που δηλώνει ένα σύνολο από ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) μονάδες: Δύο δισεκατομμύρια δραχμές. Δισεκατομμύρια μόρια. β. (συνήθ. πληθ.) για μεγάλο, άπειρο πλήθος, αριθμό: Δισεκατομμύρια άνθρωποι σ΄ όλο τον κόσμο. Σ΄ το έχω πει δισεκατομμύρια φορές, πάρα πολλές, αμέτρητες, άπειρες. || αντί του τακτικού δισεκατομμυριοστός. 2. (ως ουσ.) το δισεκατομμύριο, ο αριθμός και το σύμβολό του· το δις: Xίλια εκατομμύρια είναι ένα ~.
  4. 4δίτομοαυτό που έχει δύο τόμους
    π.χ. δίτομο βιβλίο
  5. 5διφωνίαεκτέλεση τραγουδιού από δύο φωνές
  6. 6διφορούμενοπου σκόπιμα δεν είναι ξεκάθαρο το νόημά του, αλλά επιδέχεται δύο ή και περισσότερες ερμηνείες
  7. 7δίποδοαυτός που έχει δύο πόδια
    ο άνθρωπος είναι ζώο δίποδο ‖ τα πτηνά είναι δίποδα
  8. 8δίποντοκαλάθι που σημειώνεται μέσα από τη γραμμή των έξι μέτρων και είκοσι πέντε εκατοστών
  9. 9δισέγγονοτο παιδί του εγγονού ή της εγγονής σε σχέση με τον παππού ή τη γιαγιά τους
  10. 10δίκυκλοτροχοφόρο με δύο τροχούς
  11. 11δίφυλλο1.δίφυλλος (δίφυλλη πόρτα) Επίθ. :για κατασκευή που κλείνει με δύο φύλλα
    2.δίφυλλος: Επίθ. που έχει δύο φύλλα (για φυτό)
  12. 12δισέλιδοαυτό που αποτελείται από δύο σελίδες
  13. 13δίστιχο1. που αποτελείται από δύο στίχους
    2. ενότητα από δύο ισοσύλλαβους ομοιοκατάληκτους, συνήθως δεκαπεντασύλλαβους στίχους
  14. 14δισάκιδιπλός σάκος ενωμένος με μια πλατιά λουρίδα
  15. 15δίστηλο1. που αποτελείται από δύο στήλες
    2. κείμενο τυπωμένο σε δύο στήλες
  16. 16δίχρονο1.(δίχρονος κύκλος σπουδών):που διαρκεί δύο έτη
    2.(δίχρονο αγόρι): που έχει ηλικία δύο ετών
  17. 17διστάζωαδυνατώ να πάρω απόφαση ή να κάνω κάτι λόγω αμφιβολιών ή επειδή φοβάμαι την αποτυχία
  18. 18διγλωσσία1. συνύπαρξη δύο μορφών της ίδιας γλώσσας (λ.χ. στη Ν. Ελληνική, της δημοτικής και της καθαρεύουσας)
    2. ανειλικρινής συμπεριφορά που τη χαρακτηρίζει η υποστήριξη δύο
  19. 19δίπορτοπου έχει δύο πόρτες:
    δίπορτο ψυγείο
  20. 20διχάζωδημιουργώ αντιθέσεις σε ένα σύνολο ανθρώπων, οι οποίες οδηγούν σε διαταραχή των σχέσεων μεταξύ τους
    // η αλλοπρόσαλλη κυβερνητική πολιτική διχάζει την κοινή γνώμη
  21. 21δισδιάστατοπου έχει δύο διαστάσεις (μήκος, πλάτος)
  22. 22διώροφοκατοικία με δύο ορόφους
  23. 23δίωροπου διαρκεί δύο ώρες

Información

Descripción
Λέξεις με ρίζα το δι-(από αρχαίο επίρρημα δις = δυο φορές)
Visitas
42
Valoración

Escríbenos

¿Sobre qué es tu mensaje?

¿Qué te parece el nuevo diseño?

¿Te gusta?