Fichas
Οικογένειες λέξεων: Δι - (από αρχαίο επίρρημα δις = δυο φορές)
Fichas del conjunto (23)
- 1δίψηφοαυτό που έχει δύο ψηφία
- 2δισύλλαβηαυτή που έχει δύο συλλαβές
- 3δισεκατομμύριο1α. που δηλώνει ένα σύνολο από ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) μονάδες: Δύο δισεκατομμύρια δραχμές. Δισεκατομμύρια μόρια. β. (συνήθ. πληθ.) για μεγάλο, άπειρο πλήθος, αριθμό: Δισεκατομμύρια άνθρωποι σ΄ όλο τον κόσμο. Σ΄ το έχω πει δισεκατομμύρια φορές, πάρα πολλές, αμέτρητες, άπειρες. || αντί του τακτικού δισεκατομμυριοστός. 2. (ως ουσ.) το δισεκατομμύριο, ο αριθμός και το σύμβολό του· το δις: Xίλια εκατομμύρια είναι ένα ~.
- 4δίτομοαυτό που έχει δύο τόμους
π.χ. δίτομο βιβλίο - 5διφωνίαεκτέλεση τραγουδιού από δύο φωνές
- 6διφορούμενοπου σκόπιμα δεν είναι ξεκάθαρο το νόημά του, αλλά επιδέχεται δύο ή και περισσότερες ερμηνείες
- 7δίποδοαυτός που έχει δύο πόδια
ο άνθρωπος είναι ζώο δίποδο ‖ τα πτηνά είναι δίποδα - 8δίποντοκαλάθι που σημειώνεται μέσα από τη γραμμή των έξι μέτρων και είκοσι πέντε εκατοστών
- 9δισέγγονοτο παιδί του εγγονού ή της εγγονής σε σχέση με τον παππού ή τη γιαγιά τους
- 10δίκυκλοτροχοφόρο με δύο τροχούς
- 11δίφυλλο1.δίφυλλος (δίφυλλη πόρτα) Επίθ. :για κατασκευή που κλείνει με δύο φύλλα
2.δίφυλλος: Επίθ. που έχει δύο φύλλα (για φυτό) - 12δισέλιδοαυτό που αποτελείται από δύο σελίδες
- 13δίστιχο1. που αποτελείται από δύο στίχους
2. ενότητα από δύο ισοσύλλαβους ομοιοκατάληκτους, συνήθως δεκαπεντασύλλαβους στίχους - 14δισάκιδιπλός σάκος ενωμένος με μια πλατιά λουρίδα
- 15δίστηλο1. που αποτελείται από δύο στήλες
2. κείμενο τυπωμένο σε δύο στήλες - 16δίχρονο1.(δίχρονος κύκλος σπουδών):που διαρκεί δύο έτη
2.(δίχρονο αγόρι): που έχει ηλικία δύο ετών - 17διστάζωαδυνατώ να πάρω απόφαση ή να κάνω κάτι λόγω αμφιβολιών ή επειδή φοβάμαι την αποτυχία
- 18διγλωσσία1. συνύπαρξη δύο μορφών της ίδιας γλώσσας (λ.χ. στη Ν. Ελληνική, της δημοτικής και της καθαρεύουσας)
2. ανειλικρινής συμπεριφορά που τη χαρακτηρίζει η υποστήριξη δύο - 19δίπορτοπου έχει δύο πόρτες:
δίπορτο ψυγείο - 20διχάζωδημιουργώ αντιθέσεις σε ένα σύνολο ανθρώπων, οι οποίες οδηγούν σε διαταραχή των σχέσεων μεταξύ τους
// η αλλοπρόσαλλη κυβερνητική πολιτική διχάζει την κοινή γνώμη - 21δισδιάστατοπου έχει δύο διαστάσεις (μήκος, πλάτος)
- 22διώροφοκατοικία με δύο ορόφους
- 23δίωροπου διαρκεί δύο ώρες
Información
- Descripción
- Λέξεις με ρίζα το δι-(από αρχαίο επίρρημα δις = δυο φορές)
- Creado por
- Ιουλίτα Αγγελοπούλου
- Visitas
- 42
- Etiquetas
- Valoración