¡GoConqr estrena diseño! Cuéntanos qué te parece.

Mapa mental

πράττω

Chara Sotiropoulou language A-Level Inglés

Mind map για το ρήμα πράττω: σημασία, οικογένεια λέξεων, παράγωγες και σύνθετες λέξεις

Mind map: ρήμα πράττω

Contenido del mapa

πράττω

  1. ρήμα

    • προέλευση > αρχαία ελληνικά
  2. =κάνω κάτι

    • π.χ. Ξέρω ότι έπραξα το σωστό.
  3. οικογένεια λέξεων

    • παράγωγες
      • πράξη
        • ουσιαστικό π.χ. Οι πράξεις τους δείχνουν πως βρίσκεται σε σύγχυση και δεν είναι σε θέση να πάρει αποφάσεις.
      • πρακτικός
        • επίθετο π.χ. Αυτός ο τρόπος επίλυσης των προβλημάτων φαίνεται ιδιαίτερα πρακτικός.
      • πράγμα
        • ουσιαστικό π.χ. Έχει ένα δωμάτιο γεμάτο πράγματα!
      • πραγματώνω
        • ρήμα π.χ. Μόνο με επιμονή και προσήλωση μπορείς να πραγματώσεις τους στόχους σου.
      • πραματευτής
        • ουσιαστικό π.χ. Οι πραματευτές ήταν οι έμποροι της εποχής, πριν αναπτυχθούν τόσο οι κοινωνίες.
    • σύνθετες
      • πραγματοποιώ
        • ρήμα π.χ. Οι εργαζόμενοι πραγματοποιούν συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το Υπουργείο Εργασίας.
      • πολυπράγμων
        • επίθετο (προέρχεται από μετοχή της α.ε.) π.χ. Το χαρακτηριστικό του είναι πως είναι πολυπράγμων και δραστήριος.
      • άπρακτος
        • επίθετο π.χ. Καθόταν σε μια γωνία και παρέμενε άπρακτος, σαν να τα είχε χαμένα.
      • πραγματογνωμόνας
        • ουσιαστικό π.χ. Τον έλεγχο των τροχαίων ατυχημάτων αναλαμβάνουν οι πραγματογνώμονες, οι οποίοι ερευνούν το περιστατικό.
      • κοινοπραξία
        • ουσιαστικό π.χ. Αύριο θα ανακοινωθεί και επίσημα η κοινοπραξία των ατμοπλοϊκών εταιρειών.
      • διαπραγματεύομαι
        • ρήμα π.χ. Ο πρωθυπουργός την επόμενη εβδομάδα θα βρεθεί στις Βρυξέλλες με σκοπό να διαπραγματευτεί τους όρους του δανείου που πρόκειται να λάβει η χώρα.
      • εχθροπραξία
        • ουσιαστικό π.χ. Δυστυχώς, η ανακωχή δεν τηρήθηκε και πολύ γρήγορα ξεκίνησαν εκ νέου οι εχθροπραξίες.
      • σύμπραξη
        • ουσιαστικό π.χ. Μόλις ανακοινώθηκε η σύμπραξη δύο μεγάλων κομμάτων ενόψει των εκλογών.
      • εισπράττω
        • ρήμα π.χ. Κάθε μήνα έρχεται για να εισπράξει το ενοίκιο.
      • διαπράττω
        • ρήμα π.χ. Κατηγορείται ότι διέπραξε φόνο εκ προμελέτης και δεν προβλέπεται να κατορθώσει να αναιρέσει τις κατηγορίες.

Información

Descripción
οικογένεια λέξεων του πράττω
Visitas
812
Valoración

Escríbenos

¿Sobre qué es tu mensaje?

¿Qué te parece el nuevo diseño?

¿Te gusta?